| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| bracket n | UK, usually plural (punctuation: parenthesis) (()) | παρένθεση ουσ θηλ |
| | ([]) | αγκύλη ουσ θηλ |
| | ({}) | άγκιστρο ουσ ουδ |
| | Highlight the phrase that is in brackets. |
| | Υπογράμμισε τη φράση που είναι μέσα στις παρενθέσεις. |
bracket (US), square bracket (UK) n | usually plural (punctuation: square parenthesis) | αγκύλη ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | τετραγωνική αγκύλη επίθ + ουσ θηλ |
| | In academic essays, in-text citations are often in brackets. |
| | Στα ακαδημαϊκά κείμενα, οι παραπομπές μέσα στο κείμενο είναι συχνά σε αγκύλες. |
| bracket n | (range) | κατηγορία ουσ θηλ |
| | | ομάδα ουσ θηλ |
| | | εύρος ουσ ουδ |
| | In the twelve-to-fourteen age bracket, there are ten competitors. |
| | Στην ηλικιακή κατηγορία δώδεκα με δεκατέσσερα, υπάρχουν δέκα αντίπαλοι. |
| bracket n | (support fitted to a wall) | βραχίονας ουσ αρσ |
| | These brackets can support the weight of even the largest flat-screen TVs. |
| | Αυτοί οι βραχίονες μπορούν να αντέξουν το βάρος ακόμη και των μεγαλύτερων τηλεοράσεων με επίπεδη οθόνη. |
| bracket n | US (diagram: shows sporting fixtures) | διάγραμμα ουσ ουδ |
| | | διάγραμμα αγώνων φρ ως ουσ ουδ |
| | The bracket shows which teams will be playing which. |
| | Το διάγραμμα αγώνων δείχνει ποια ομάδα θα παίξει με ποια. |
| bracket [sth]⇒ vtr | (put in brackets) (()) | βάζω σε παρένθεση περίφρ |
| | ([]) | βάζω σε αγκύλη περίφρ |
| | ({}) | βάζω σε άγκιστρο περίφρ |
| | The professor bracketed the dependent clause. |
| | Ο καθηγητής έβαλε σε παρένθεση την εξαρτημένη πρόταση. |